Είστε εδώ Αρχική » Ξηρόλοφος » ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΧΩΡΙΟ

Η σαΐτα

Η σαΐτα αυτή η μικρή κι απλή στην κατασκευή της γίνονταν από μια κόλα χαρτί τετραδίου . Το χαρτί αυτό διπλώνονταν στα δυο σε σχήμα ισοσκελούς τριγώνου και ξαναπλώνονταν αντίστροφα στα τέσσερα , για να πάρει το σχήμα της γνωστής σαΐτας που τα παιδιά εξακόντιζαν με τους δείκτες των χεριών τους.Το ορθογώνιο τμήμα του χαρτιού , που περισεβε , κόβονταν με το χέρι σε μια μακριά στενή λωρίδα, που αποτελούσε την ουρά της σαιτας.Οι δυο άκρες ενός ράμματος δένονταν στης δυο τρύπες των τριγωνικό αυτιών τις που γίνονταν με ένα τρίτο μικρό αντίστροφο δίπλωμα του χαρτιού .Το ράμμα αυτό ήταν ίσιο στο μήκος με τις δυο πλευρές τις σαΐτας που ξεκινούσαν από τις δυο τρύπες των αυτιών τις και κατέληγαν στην κορφής της.Απο την μέση ακριβός του ράμματος αυτού δένονταν το καρελι με το ράμμα που κάθε παιδί κρατούσε και πετούσε με αυτό την σαΐτα .Έτσι επιτιχανονταν τα ζύγια της με την ισόμετρη διερεση του ράμματος στα δυο και το ανάλογο μήκος της ουρά στης ,ώστε να μην βαιζει , αλλά να ζυγιάζετε .

Πετάει ,πετάει

Το παιχνίδι αυτό παίζονταν από αγόρια και κορίτσια ανάμικτα μάνα που ορίζονταν με κλήρο , έβαζε το δείχτη του δεξιού χεριού της Πάνο σε ένα πέτρινο πεζούλι η σε μια μεγάλη ίσια πλάκα και με τη σειρά τους όλα τα παιδιά ,που περνούν μέρος στο παιχνίδι και μαζεύονταν γύρο της σε κύκλο, έκαμναν το ίδιο. Η μάνα άρχιζε το παιχνίδι λέγοντας:¨Πετάει,πετάει ο αϊτός και συγχρόνως σήκωνε ψηλά το δεξί της χέρι σε ένδειξη πως πραγματικά πετούσε.Οι παίχτες έκαναν ακριβώς το ίδιο.Η μάνα για να παραπλανήσει τα παιδιά ανέφερε εκτός από τα πουλιά που πετούν και ζώα ή πράγματα που φυσικά δεν πετούν. Λέει π.χ. πετάει,πετάει το γεράκι κι αμέσως μετά πετάει,πετάει το κεράκι. Οι παίχτες παρασύρονταν από το ομοιοκατάληκτο των λέξεων και το σήκωμα του χεριού της μάνας και σήκωναν το χέρι τους όχι μονάχα στην λέξη γεράκι που πετάει αλλά και στην λέξη κεράκι που όμως δεν πετάει.Η μάνα φυσικά είχε το δικαίωμα από τους κανόνες του παιχνιδιού να σηκώσει το χέρι της και για όσα βέβαια δεν πετούν.Τα παιδιά που σήκωναν το δεξί τους χέρι στην λέξη κεράκι έχαναν και συγχρόνως δέχονταν να κάνουν τον ήχο του ζώου π.χ. γαϊδάρου.

Σφεντόνα

Λάστιχο για να σκοτώνουμε τα πουλιά , πέρναμαν ένα κομμάτι ξύλο ως 0,10 μ., που κατέληγε σε διχάλα. Το πελεκούσαμε κατάλληλα με το σουγιά στρογγυλεύοντας τις δυο άκρες της διχάλας και στην άκρη του κορμού. Ύστερα καρφώναμαν με μικρές τσίτες στα δυο κλιτσινάρια της διχάλας δυο μικρά μακρουλά πετσιά από τη μια τους άκρη. Τριπούσαμαν τις δυο άλλες άκρες τους και περνούσαμαν και δέναμαν σφιχτά με σπάγκο στις τρύπες τους δύο λάστιχα μακριά ως 0,20 μ. από τη μια τους άκρη, ενώ τις δυο άλλες άκρες τους περνούσαμαν και δέναμαν σφιχτά με σπάγκο σε δυο τρύπες, που άνοιγαν στις δυο άκρες ενός άλλου μα-κρουλου πετσιού. Σε άλλη περίπτωση τα δυο λάστιχα δένονταν σφιχτά με σπάγκο αμέσως στα δυο κλιτσινάρια της διχάλας του ξύλου. Η ίδια σφεντόνα γίνονταν κι από σανίδι που πελεκιόνταν κατάλληλα για το σχηματισμό της διχάλας και του κορμού της σφεντόνας. Έτσι και στην μια και στην άλλη περίπτωση η σφεντόνα, που λεγόνταν και απλά λάστιχο, ήταν έτοιμη. Βάζαμαν στο στερνό μακρουλό πετσί ένα μικρό λιθάρι, χούφτιαζαν με το αριστερό μας χέρι το διχαλωτό ξύλο ή σανίδι και με το δεξιό μας χέρι κρατούσαμαν το πετσί, που είχε μέσα το λιθάρι. Τεντώναμαν, όσο έπρεπε τα λάστιχα. Ματιάζαμαν από το κέντρο της διχάλας το στόχο κι απολούσαμαν την κατάλληλη στιγμή το πετσί. Το λιθάρι έφευγε με ορμή και χτυπούσε το στόχο. Την σφεντόνα αυτή την χρησιμοποιούσαμαν, για να σκοτώνουμε πουλιά.

Τα σκαμνάκια

Το παιχνίδι αυτό παίζονταν σε ομαλό χώρο μόνο από αγόρια . Τα παιδιά που παιρναν μέρος στο παιχνίδι μπαίνανε σε μια γραμμή το ένα πίσω από το άλλο . Ένα παιδί που ορίζονταν με κλήρο , στεκονταν με ανοιχτά τα πόδια του μπροστά από όλα τα παιδιά σε απόσταση 2-3 μ .έσκυβε τη ράχη του ακουμπούσε τα χερια του στα γόνατα του για να στηρίζεται καλυτέρα και έβαζε το κεφάλι του όσο μπορούσε κοντά στο σώμα του , για να μην το χτυπήσουνε τα παιδιά με τα πόδια τους , καθώς πηδούσαν Το παιχνίδι άρχιζε ο δεύτερος παίχτης της παράταξης που έπαιρνε φόρα ακουμπούσε με τα δυο του χέρια στη ράχη του σκυφτού παιδιού και πηδούσε .Στο μέρος που θα έφτανε μετά το πήδημα , έσκυβε αμέσως και έπαιρνε την ιδία στάση με τον πρώτο παίχτη Τότε ο τρίτος παίχτης πηδούσε με την σειρά του κατά τον ίδιο τρόπο τον πρώτο και έπειτα το δεύτερο παίχτη και έπαιρνε ακριβός την ιδα στάση με αυτούς, για να ακολουθήσει και ο τέταρτος κατά τον ίδιο τρόπο όπως και η προηγουμένη παίχτες. Εστι συνεχίζονταν το παιχνίδι καθώς όμως η γραμμή τον παιδιών τη μια στιγμή μάκρυνε με το σκύψιμο τους την άλλη κοντεναι με το σήκωμα τους και σηχρονος μετακινούνταν συνεχώς , και το παιχνίδι έπαιρνε γρήγορο ρυθμό.

Η κούνια

Το καλοκαίρι ιδιαίτερα, αλλά και την άνοιξη ή το φθινόπωρο όταν ο καιρός ήταν καλός τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, ρίχναμαν, δηλαδή φτιάχναμαν τις κούνιες με τριχιά, που τα «πράματα» (:ζώα) είχαν περασμένα στο σαμάρι τους ή με τριχιά, που χρησιμοποιούν οι γυναίκες για να φορτώνονται το ζαλίκι. Η κούνια ρίχνονταν σ’ ένα κατάλληλο χοντρό κλωνάρι δέντρου. Κατά το ρίξιμό της, πετούσαμαν την τριχιά, πολλές φορές διπλή για περισσότερη ασφάλεια, πάνω από το κλωνάρι, που διαλέξαμαν, και δέναμαν σφιχτά σε κόμπο τις δύο ισόμακρες άκρες της κάτω στη βάση (έδρα) της, όπου καθόμασταν. Πολλές φορές βάζαμαν στην έδρα της κούνιας ένα μικρό μαξιλάρι για να μην μας κόβει η τριχιά τον πισινό μας.

Το Κυνηγυτό

Τ’ απλό αυτό παιχνίδι παίζονταν σε πολύ ανοιχτό χώρο. Απαιτούσε ταχύτητα, επιδεξιότητα ελιγμών και μεγάλη αντοχή. Ένα παιδί μα κλήρο γινόταν κυνηγός. Με την έναρξη του παιχνιδιού σκορπιζόμασταν μακριά άλλα εδώ και άλλα εκεί. Ο κυνηγός έτρεχε να πιάσει ένα απ’ όλα τα παιδιά και φυσικά διάλεγε για την περίσταση, όποιο πίστευε, πως ήταν αδύνατο στο τρέξιμο και νόμιζε πως είναι του χεριού του. Τα’ άλλα παιδιά προσπαθούσαν να τον παραπλανήσουν και να τραβήξουν το ενδιαφέρον του προς το μέρος τους για να γλιτώσουν από τα χέρια του το παιδί, που ‘βαλε στο μάτι. Τέλος όποιο παιδί έπιανε ο κυνηγός, έπαιρνε αμέσως την θέση του και το παιχνίδι συνεχιζόταν. Το κυνηγητό λοιπόν ήταν ένα από τα πιο συνηθισμένα, αλλά συγχρόνως και τα πιο αγαπημένα παιχνίδια μας.

Τα Μήλα

Τα’ ομαδικό αυτό παιχνίδι παίζονταν απ’ αγόρια και κορίτσια σ’ ανοιχτό χώρο. Τα παιδιά που παίρναν μέρος στο παιχνίδι χωρίζονταν με κλήρο σε δύο ομάδες. Τα παιδιά της ομάδας, που κληρώνονταν να τα φυλάξουν, στέκονταν στο κέντρο, ενώ τα παιδιά της άλλης ομάδας παρατάσσονταν στην άκρη. Για το παιχνίδι χρειάζονταν και μια μπάλα. Το παιχνίδι άρχιζε μ’ έναν παίχτη της εξωτερικής ομάδας, που πετούσε με το χέρι την μπάλα και προσπαθούσε να χτυπήσει κάποιον παίχτη της εσωτερικής ομάδας, αν τον πετύχαινε, εκείνος έχανε και έβγαινε από το παιχνίδι. Αν όμως κάποιος παίχτης της ομάδας του κέντρου κατόρθωνε να πιάσει την μπάλα στον αέρα, την ώρα που πετιόταν, κέρδιζε ένα μήλο, απ’ όπου και τα’ όνομα του παιχνιδιού. Αυτό σημαίνει πως ο παίχτης αυτός αποχτούσε ένα πλεονέκτημα. Έτσι αν χτυπιόταν με την μπάλα, δεν έβγαινε από το παιχνίδι, γιατί εξαγόραζε το κάψιμό του με το μήλο του. Ακόμα μπορούσε με το μήλο του να εξαγοράσει το κάψιμο κάποιου άλλου παίχτη, που ανήκε στην ομάδα του και να τον επαναφέρει στο παιχνίδι. Στο τέλος, όταν είχε απομείνει ένας μόνο παίχτης από την ομάδα του κέντρου, έπρεπε παίχτες της άλλης ομάδας να τον χτυπήσουν με δέκα ριξιές, αλλιώς ξανάμπαιναν όλοι οι καμένοι, δηλ. σωνόταν.

Μπίζ

Το παιχνίδι αυτό παιζόταν συνήθως το χειμώνα με τα κρύα, με το παίξιμό του ξανάβαμαν. Ένας, που του τύχαινε ο κλήρος, στεκόταν ορθός με την πλάτη γυρισμένη στην ομάδα των παιδιών, που παίρναν μέρος στο παιχνίδι. Έβαζε τη δεξιά παλάμη του σαν παρωπίδα στο δεξί του μάτι και τη ζερβιά του την περνούσε κάτω από τη δεξιά μασχάλη του ανοιχτή. Συγχρόνως άρχιζε το παιχνίδι. Τότε ένας παίχτης έδινε μια μπάτσα στην ανοιχτή παλάμη του παίχτη και ξανά γύριζε πίσω στη θέση του, συγχρόνως οι άλλοι παίχτες ανακατώνονταν μαζί του, σήκωναν το δείχτη του δεξιού χεριού τους και φώναζαν όλοι μαζί μπιζζζ, για να μπερδέψουν το παιδί και να το δυσκολέψουν να βρει το δράστη του χτυπήματος. Το παιδί κοιτούσε ένα γύρω όλους τους παίχτες στα μάτια για να μαντέψει τον ένοχο και τέλος ονομάτιζε κάποιον. Αν μάντευε σωστά, τότε τη θέση του έπαιρνε το παιδί που ονομάτισε και το παιχνίδι ξανάρχιζε. Αν όμως λάθευε, τότε κάθονταν πάλι το ίδιο, για να δεχτεί τόσες μπατσιές, όσες χρειαζόταν, ώσπου να βρει και να ονοματίσει τον σωστό δράστη. Φρόνιμο ήταν τα χτυπήματα των παιδιών, να μην ήταν πολύ δυνατά και να δίνονταν πάνω στην παλάμη του χεριού, γιατί πολλές φορές, καθώς τα παιδιά συνηθίζαμαν να παίρνουμε φόρα και να χτυπάμε μ’ όλη μας τη δύναμη, η μπατσιά που τύχαινε να πέσει όξω από την παλάμη το παιδί που την δεχόταν πονούσε.

Τα Πεντόβολα

Το καθιστικό αυτό παιχνίδι παιζόταν πάνω στα πέτρινα πεζούλια, αγόρια ή κορίτσια ή ανάμειχτα. Για το παίξιμό του χρειάζονταν 5 στρογγυλά μικρά λιθάρια (βόλοι), απ’ όπου και τ’ όνομα του παιχνιδιού. Με κλήρο ορίζονταν ποιος παίχτης θα παίξει πρώτος. Το παιχνίδι ολοκληρώνονταν σε πάντα φάσεις . κάθε φάση περνούσε από δυο στάδια, της προπαρασκευής, που είναι ακριβώς το ίδιο σ’ όλες τις φάσεις του παιχνιδιού και το στάδιο της εκτέλεσης, που ήταν διαφορετικό σε κάθε φάση του. Στη διάρκεια της πρώτης φάσης, στο στάδιο της προπαρασκευής, ο πρώτος παίχτης κρατώντας στη χούφτα του δεξιού χεριού του τα τέσσερα πεντόβολα και με τον αντίχειρα και το δείχτη του ίδιου χεριού το πέμπτο πεντόβολο, έριχνε ψηλά ως 0,40 – 0,50 μ. το στερνό πεντόβολο, άφηνε πάνω στο πεζούλι τα τέσσερα πεντόβολα και συγχρόνως έπρεπε να πιάσει στον αέρα το τελευταίο πεντόβολο. Κατά το στάδιο της εκτέλεσης ο πρώτος παίχτης φωνάζοντας «ένα - ένα» έπαιρνε από κάτω ένα – ένα τα τέσσερα πεντόβολα και συγχρόνως κάθε φορά έριχνε ψηλά και έπιανε στον αέρα το πέμπτο πεντόβολο. Έτσι τελείωνε η πρώτη φάση του παιχνιδιού. Στη διάρκεια της δεύτερης φάσης του παιχνιδιού κι ύστερα από το ίδιο κι απαράλλαχτο στάδιο της προπαρασκευής, ακολούθησε το στάδιο της εκτέλεσης, όπου ο παίχτης φωνάζοντας «δύο - δύο» έπαιρνε από κάτω δύο – δύο τα τέσσερα πεντόβολα και συγχρόνως κάθε φορά έριχνε ψηλά και έπιανε στον αέρα το πέμπτο πεντόβολο. Έτσι τελείωνε η δεύτερη φάση του παιχνιδιού. Στη διάρκεια της τρίτης φάσης του παιχνιδιού κι ύστερα από το παρόμοιο στάδιο της προπαρασκευής, ακολουθούσε το στάδιο της εκτέλεσης, όπου ο παίχτης φωνάζοντας «τρία κι ένα» έπαιρνε από κάτω σε δύο δόσεις, τρία τη μία φορά και ένα την άλλη, τα τέσσερα πεντόβολα και συγχρόνως έριχνε κάθε φορά ψηλά και έπιανε στον αέρα το πέμπτο πεντόβολο. Έτσι τελείωνε η Τρίτη φάση του παιχνιδιού. Στη διάρκεια της τέταρτης φάσης του παιχνιδιού κι ύστερα από το παρόμοιο στάδιο της προπαρασκευής, ακολουθούσε το στάδιο της εκτέλεσης, όπου ο πρώτος παίχτης φωνάζοντας «όλα» έπαιρνε από κάτω και τα τέσσερα πεντόβολα και συγχρόνως έριχνε ψηλά και έπιανε στον αέρα το πέμπτο πεντόβολο. Έτσι τελείωνε η τέταρτη φάση του παιχνιδιού. Στη διάρκεια της πέμπτης και τελευταίας φάσης του παιχνιδιού κι ύστερα από το παρόμοιο στάδιο της προπαρασκευής, ακολουθούσε το στάδιο της εκτέλεσης, όπου ο πρώτος παίχτης, αφού σχημάτιζε με τον αντίχειρα και το δείχτη του ζερβιού χεριού μια καμάρα, περνούσε από αυτήν ένα – ένα τα τέσσερα πεντόβολα και συγχρόνως κάθε φορά έριχνε ψηλά και έπιανε στον αέρα το πέμπτο πεντόβολο. Έτσι τελείωνε η Πέμπτη και στερνή φάση και παιχνίδι ολοκληρώνονταν. Νικητής αναδεικνυόταν ο παίχτης, που θα κατόρθωνε να περάσει κι από τις πέντε φάσεις του παιχνιδιού μ’ επιτυχία. Το καθιστικό αυτό παιχνίδι παιζόταν πάνω στα πέτρινα πεζούλια, αγόρια ή κορίτσια ή ανάμειχτα. Για το παίξιμό του χρειάζονταν 5 στρογγυλά μικρά λιθάρια (βόλοι), απ’ όπου και τ’ όνομα του παιχνιδιού. Με κλήρο ορίζονταν ποιος παίχτης θα παίξει πρώτος. Το παιχνίδι ολοκληρώνονταν σε πάντα φάσεις . κάθε φάση περνούσε από δυο στάδια.

Μπίλιες Μπίλιες

Μικροί και μεγάλοι γυάλινοι βόλοι. Καναμαν γούρνες και από μια απόσταση που οριοθετούσαν με γραμμή , ριχναμαν την μπίλια και όποιος πλησίαζε πιο κοντά στη γούρνα , άρχιζε πρώτος και χτυπούσε τους υπόλοιπους . Κάθε χτύπημα σε αλλουνού μπίλια μας απέφερε 5 πόντους. Κέρδιζε αυτός που συγκέντρωνε τους περισσοτέρους πόντους. 

Το Καλέκι

Το παιχνίδι αυτό παίζονταν από αγόρια .Χρειάζονταν ανοιχτό μέρος και για αυτό προτιμούσαν την αυλή του σχολείου για να παίξουμε. Δυο ξύλα χρησιμοποιούσαν στο παιχνίδι , ένα σχεδόν χοντρό με μάκρος 60 πόντους περίπου και ένα λεπτό με μάκρος 20 περίπου πόντους .Τ ο μ μικρό το πελεκούσαν με μαχαίρι , για να είναι μυτερό στις δυο άκρες απαρετιτη, ήταν μια γούρνα στο έδαφος. Βαζαμαν το μικρό μέσα και το μισό έξω από την γούρνα . Το χτυπούσαμε ελαφρά να σηκωθεί και μετά το ξαναχτυπούσαν δυνατά να πάει μακριά. Όταν έφτανε σε κάποια απόσταση γίνονταν μια γραμμή εκεί. Αν παίχτης χτυπούσε το καλεκι , σηκώνονταν και δεν το ξαναχτυπούσε , ήταν δηλαδή κούφιο , έχανε και σηνεχηζε άλλος . Αν έκανε τρία χτυπήματα , ξανασηνεχηζε . Νικητής ήταν αυτός που πήγαινε το καλεκι πιο μακριά.

Έχει διαβαστεί 5696 φορές
ΛΑΜΠΑΔΟΦΟΡΙΕΣ
Προηγούμενο άρθρο
ΛΑΜΠΑΔΟΦΟΡΙΕΣ