Είστε εδώ Αρχική » Ξηρόλοφος » ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΒΙΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ


Το ψωμί και τα τρόφιμα έμπαιναν σε μια ξύλινη καρσέλα κρεμασμένη στον τοίχο, αργότερα ήρθαν τα ψωμοντούλαπα και βάζαν εκεί μέσα το ζυμωτό ψωμί. Στον ίδιο χώρο βάζαμε την παφλένια βρύση κρεμασμένη σε μία πρόκα και την Καλημέρα για το πρωινό ξύπνημα (βλ. εικόνα).
Στην καρσέλα βάζαν τα χοντρόρουχα, χασιές, τα τράγια, καραμελωτές, υφαντά που τα φτιάχναμε στον αργαλειό. Αλλαξιές δεν υπήρχαν πολλές. Την ίδια φορεσιά την πλένανε και την φορούσαν πάλι. Τα παπούτσια ήταν φτιαγμένα από λάστιχο επειδή δεν υπήρχαν χρήματα.
Για μαγείρεμα χρησιμοποιούσαν τη πυροστιά (που την αγόραζαν στα “γύφτικα” στην Παραμυθιά) βάζαν τον τέντζερη και μαγείρευαν το φαγητό.
Η ξύλινη σκαφίδα ήταν καθημερινή η χρήση της, 8 με 10 ψωμιά την ημέρα, ζύμωμα και μετά φούρνισμα στο φούρνο με τα ξύλα.


ΜΕΡΙΚΑ ΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ



από Δήμητρα Μπουζούρη



Επειδή η ζωή εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολη και δεν μπορούσαμε να βγάλουμε αλλιώς τα χρήματα που χρειαζόμασταν, πηγαίναμε στην πόλη (Παραμυθιά) για να πουλήσουμε διάφορα προϊόντα και με τα λεφτά αυτά αγοράζαμε χρήσιμα τρόφιμα.
Μέσα στην σαρμανίτσα (=βρεφική κούνια) είχαμε τα παιδιά και τα νανουρίζαμε.
Με τη βαρέλα πηγαίναμε και παίρναμε νερό στο πηγάδι που ήταν στον κάμπο. Από τα πρόβατα παίρναμε το γάλα και το κάναμε τυρί και γιαούρτι. Για να ταΐσουμε τα ζώα μαζεύαμε βελανίδια. Νοικιάζαμε τρακτέρ για να θερίσουμε το σιτάρι.
Μόλις ξημέρωνε πηγαίναμε να μάσουμε ξύλα για να ανάψουμε το τζάκι.
Τα καλοκαίρια που οι βροχές ήταν λίγες είχαμε χτίσει μια ομβροδεξαμενή (στη θέση Λούτσα) για να βρίσκουν νερό τα ζώα. Βλ. εικόνα
Περνώντας τα χρόνια οι ανάγκες γίνονταν μεγάλες αφού σε κάθε σπίτι, μαζί με τα παιδιά υπήρχαν 10 άτομα.
Ρεύμα δεν υπήρχε ούτε δρόμος, ούτε νερό.
Αυτά γίνονταν όλα στο πάνω το χωριό.
Έτσι αποφασίσαμε να κατεβούμε στο κάτω χωριό για να μπορέσουμε να ζήσουμε καλύτερα.
Άνοιξε και ο δρόμος για τη Γερμανία που ζητούσε εργατικά χέρια.
Έτσι πολλοί από εμάς ξενιτευτήκαν αφήνοντας πίσω τα παιδιά μικρά με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους.

από Δήμητρα Μπουζούρη

Από χωριανη




Το πρωί σηκωνόμασταν νωρίς για να πάρουμε νερό απ’ το πηγάδι για να φτιάξουμε ψωμί και να κάνουμε τις δουλειές του σπιτιού.
Τότε αφού δεν υπήρχαν τηλεφωνά επικοινωνούσαμε με τον τηλέγραφο που υπήρχε στο σπίτι ενός συγχωριανού που ήταν και παράλληλα και το Κοινοτικό Γραφείο.
Το απόγευμα άμα είχε καλό καιρό οι άντρες έβγαιναν στο καφενείο που βρισκόταν στο Μπρέκο(που ήταν η πλατεία του χωριού), οι γυναίκες έγνεφαν και κουβέντιαζαν μεταξύ τους.
Τα παιδιά εκεί δίπλα παίζανε καλέκι, πρωτελιά, πατόλι, κρυφτό, κυνηγητό, κ.ά.
Οι εξωτερικές δουλειές ατελείωτες με τα ζώα από κοντά ως το βράδυ στο κρύο και στη βροχή σκεπασμένοι με την κάπα, το όργωμα με τα βόδια, το σκάλισμα που το έκαναν συνήθως στους μεγάλους.
Ολομερής γίνονταν όλοι μία παρέα και πήγαινε το τραγούδι ως το βασίλεμα του ήλιου.
Επειδή μεταφορικά μέσα δεν υπήρχαν, τα άλογα και το γομάρι ήταν τα βασικά μεταφορικά μέσα εκείνης της εποχής.
 

Έχει διαβαστεί 5237 φορές